Jankaea heldreichii
Jankaea ένα σπάνιο ενδημικό φυτό του Ολύμπου

Η Παιδεία κλυδωνίζεται… 
Ας βρούμε το στίγμα μας και ας χαράξουμε πορεία. Απόψεις και προτάσεις για το εκπαιδευτικό μας σύστημα. Ένα άρθρο του Γρ. Καλόμοιρου (Καλοκαίρι 2014)

Δεν υπάρχει πλέον αμφιβολία ότι ο σχεδιασμός των εκπαιδευτικών συστημάτων γίνεται με προχειρότητα και βιασύνη.  Δεν διέπεται από διαχρονικό όραμα, σχεδιασμό και οργάνωση. Λέξεις, δυστυχώς,που δεν φαίνεται να γνωρίζουν οι ηγεσίες του Υπουργείου που ασχολήθηκαν με την Παιδεία τα τελευταία χρόνια. Και μόνο το γεγονός ότι τα συστήματα αλλάζουν σε κάθε κυβέρνηση και σε κάθε κυβερνητικό σχήμα, συνηγορεί στα παραπάνω.

Η κατεύθυνση που δόθηκε στο Λύκειο, εδώ και δεκαετίες, έχει κέντρο τις εισαγωγικές εξετάσεις και  μάλιστα σε πολύ εξειδικευμένα μαθήματα υψηλού επιπέδου.  Αυτό έδωσε τροφή στην παραπαιδεία, η οποία απομάκρυνε τους μαθητές από μια ευρεία γενική μόρφωση,  από την καλλιέργεια της κρίσης και άλλων αναγκαίων δεξιοτήτων. Ταυτόχρονα, οι κατά καιρούς κυβερνήσεις προέτρεψαν στην προαγωγή των μαθητών από τάξη σε τάξη χωρίς εμπόδια και στη χορήγηση ενός απολυτηρίου με υψηλό βαθμό που δεν έχει κανένα αντίκρισμα στις πραγματικές επιδόσεις των μαθητών.   

Τώρα πια, το ένα Λύκειο ανταγωνίζεται το άλλο για το πιο θα είναι πιο επιεικές στη βαθμολογία, ποιο θα έχει τους λιγότερους μετεξεταστέους το Σεπτέμβριο ποιο θα παραβλέψει περισσότερες απουσίες. Δεν γίνεται βέβαια λόγος για μαθητές που θα επαναλάβουν την τάξη. Αν γινόταν μια προσπάθεια αντικειμενικής βαθμολόγησης των μαθητών ο μέσος όρος θα ήταν πολύ κάτω από τη βάση και φυσικά πολλοί μαθητές θα έπρεπε να μείνουν μετεξεταστέοι.

Στην πρόσφατη προσπάθεια να «διορθωθούν» κάποια πράγματα, με προχειρότητα πάλι, το υπουργείο έκανε αλλαγές και έφερε την «Αξιολόγηση των καθηγητών», το «Νέο Λύκειο» και την «τράπεζα θεμάτων». Οι αλλαγές αυτές (που κατά τη γνώμη μου είναι στη σωστή κατεύθυνση αλλά με λανθασμένη εφαρμογή), αντί να επαναφέρουν την Παιδεία στο σωστό δρόμο, επιδείνωσαν την κατάσταση και έστειλαν στο φροντιστήριο και τα παιδιά της Α΄ Λυκείου! Ανέδειξαν το χαμηλό επίπεδο των μαθητών, την έλλειψη δεξιοτήτων καθώς και τα κενά στη διδασκαλία, αφήνοντας μετεξεταστέους μαθητές σε μεγάλα ποσοστά (από 15-50%). Αυτό θορύβησε το υπουργείο, (θαρρείς και δεν ήξερε τι συνέβαινε) και έσπευσε να διορθώσει το αποτέλεσμα κυριολεκτικά μετά την τελευταία στιγμή, με προχειρότητα πάλι, αλλάζοντας τον αλγόριθμο εξαγωγής των αποτελεσμάτων. Έτσι, τα σχολεία σε μια εβδομάδα έβγαλαν δύο φορές αποτελέσματα φοίτησης!

Αλλά, πέρα από τη σοβαρότητα που πρέπει να επιδείξει το κράτος, πέρα από το εκπαιδευτικό σύστημα που είναι απαραίτητο να σχεδιαστεί σωστά, χρειάζεται να μείνουν και οι θεσμοί όρθιοι. Το κράτος πρέπει να βοηθήσει σ΄ αυτό, αλλά όσο εξαρτάται από μας τους εκπαιδευτικούς, ας κάνουμε και μεις τη δική μας προσπάθεια. Καταρχάς να εντοπίσουμε το στίγμα μας, πώς έχει δηλαδή η κατάσταση και μετά να χαράξουμε την πορεία μας προς τα εκεί που πιστεύουμε ότι πρέπει να πάμε.

Και το μεν στίγμα είναι περίπου όπως το περιγράψαμε προηγουμένως. Τα παιδιά μας έχουν χάσει τη δυνατότητα να σκέπτονται με κριτικό πνεύμα. Και οι «επιμελείς μαθητές» έχουν μάθει να αποστηθίζουν παρά να σκέφτονται, γιατί κανείς δεν τους εκπαίδευσε σωστά. Αυτό πιστεύω ότι οφείλεται σε δύο λόγους: α) δεν έχουν μάθει να μελετούν μόνοι τους τα μαθήματά τους αλλά συνήθισαν να τους ταΐζουν έτοιμη τη γνώση. β) καταφεύγουν πολύ εύκολα στα φροντιστήρια, όπου εκτός του ότι συνεχίζουν να ταΐζονται τη γνώση, σπαταλούν και τον εναπομείναντα χρόνο από το σχολείο, οπότε δεν τους μένει ούτε χρόνος ούτε ικμάδα για να μελετήσουν μόνοι τους και να εμπεδώσουν την γνώση που έλαβαν.

Η γνώση όμως δεν αποκτιέται με τάϊσμα, ούτε βέβαια μόνο με μελέτη. Η μελέτη όμως είναι απαραίτητη προκειμένου να μπορέσει ο μαθητής να μπει στον προβληματισμό, να μάθει καταρχήν να προβληματίζεται, δηλαδή να του δημιουργούνται ερωτήματα – απορίες. Αν δεν δημιουργηθεί η απορία μέσα του, τότε δεν θα αναζητήσει την απάντηση. Ακόμη κι αν του δοθεί η απάντηση, τότε δεν θα μπορέσει να τη συνδέσει με τον προβληματισμό - με το γιατί. Όλη αυτή η δεξιότητα όμως, απαιτεί χρόνο προσωπικής ενασχόλησης, σε ήσυχο μέρος, κατά μόνας, χωρίς το έτοιμο καταφύγιο της «αυθεντίας» του καθηγητή δίπλα του.

Πιστεύω ότι αν οι μαθητές μελετούσαν μόνοι τους το μισό χρόνο απ΄ αυτόν που σπαταλούν στα φροντιστήρια, θα γινόταν ξεφτέρια, όχι μόνο για τις απαιτήσεις του σχολείου (που ούτως ή άλλως είναι σχετικά μικρές) αλλά και για τις απαιτήσεις των πανελληνίων εξετάσεων.  Η καθοδήγηση μέσα στο σχολείο από έναν ευσυνείδητο καθηγητή αρκεί, αν βέβαια γίνει εγκαίρως από την αρχή και όχι την τελευταία χρονιά οπότε θα έχουν μαζευτεί πολλά κενά γνώσης. Αν όμως ο μαθητής αντιμετωπίζει κάποια δυσκολία, ίσως μερικά μαθήματα αναπλήρωσης και καθοδήγησης για την προσωπική  μελέτη αρκούν. Η μόδα του να πηγαίνουν οι μαθητές φροντιστήριο όχι μόνο στην Γ΄ τάξη αλλά και στην Β΄ και τώρα και στην Α΄ τάξη, είναι καταστροφική και ίσως μια από τις βαθύτερες αιτίες της κρίσης στην Παιδεία. Ο ένας γονιός παρασύρεται από τον άλλο, και μη θέλοντας να υστερήσει σε κάτι το παιδί του το στέλνει στο φροντιστήριο, όπου χάνει ώρες, για να πάει και να έρθει, ιδίως όταν ζει σε μη αστική περιοχή, χάνει ώρες για να ταΐζεται την έτοιμη γνώση και δεν του μένει χρόνος για να ασχοληθεί μόνο του με την ανάπτυξη της ουσιαστικής δεξιότητας που αναφέραμε προηγουμένως. Πόσες οικογένειες δεν πληρώνουν αδρά φροντιστηριακά μαθήματα, όπου ο καθηγητής θα λύνει τις ασκήσεις που τα παιδιά τους θα μπορούσαν να βρουν λυμένες με διεξοδικό τρόπο σε βοηθήματα, ή όπου απλά ο καθηγητής θα διαβάζει στα παιδιά τους μέσα από το βιβλίο… Παιδιά όμως φτωχών οικογενειών, ή ακριτικών τοποθεσιών που δεν έχουν τη δυνατότητα του φροντιστηρίου, πολλές φορές όχι μόνο πετυχαίνουν στις εξετάσεις, αλλά πρωτεύουν στην εισαγωγή τους σε Ανώτατες σχολές. Κι αυτό γίνεται ακριβώς γιατί έμαθαν να διαβάζουν μόνοι τους, να μελετούν, να κατανοούν και να απαντούν με κρίση στα ερωτήματα.

Έτσι , λοιπόν, έχουμε τις δύο από τις τρεις παραμέτρους που κατά τη γνώμη μου πρέπει να μας δείξουν την πορεία: Η μία είναι ότι οι μαθητές (αυτοί που διαβάζουν και προσπαθούν) δεν έχουν μάθει να μελετούν μόνοι τους, η δεύτερη είναι ότι σπαταλούν σχεδόν όλο το χρόνο τους στο  φροντιστήριο οπότε δεν τους μένει χρόνος για προσωπική δουλειά. Η τρίτη παράμετρος αφορά ένα μεγάλο ποσοστό μαθητών που δεν προσπαθούν καν ή προσπαθούν ελάχιστα έχοντας τεράστια κενά από το Γυμνάσιο. Αυτή την παράμετρο θα την σχολιάσω παρακάτω:

Επειδή το Γυμνάσιο είναι υποχρεωτική εκπαίδευση, αναπτύχθηκε σιγά σιγά η νοοτροπία στους καθηγητές ότι πρέπει να βάζουν υψηλούς βαθμούς έτσι ώστε τελικά να μην υπάρχουν παιδιά που να μένουν στην ίδια τάξη ή παιδιά που να μη μπορούν να πάρουν το απολυτήριό τους. Η χαλάρωση αυτή στους βαθμούς, οδήγησε τους μεν γονείς να πιστεύουν ότι τα παιδιά τους πάνε καλά φέρνοντας 18 και 19 στο σπίτι, τους δε μαθητές τους οδήγησε στην καταστροφική αίσθηση, ότι είτε προσπαθήσουν είτε όχι, θα περάσουν τις τάξεις με καλό βαθμό και θα συνεχίσουν χωρίς προβλήματα και στο Λύκειο. Και είναι η σκέψη αυτή καταστροφική γιατί, εκτός του ότι κατεβάζει το επίπεδο του σχολείου, οδηγεί και ικανά παιδιά σε παραίτηση. Αφού δεν υπάρχουν κίνητρα βαθμολογίας ή φόβος ότι θα μείνουν στην ίδια τάξη, παιδιά της ηλικίας αυτής, είναι φυσικό να παραιτούνται. Το χαμηλό επίπεδο μόρφωσης στο Γυμνάσιο, οδήγησε και τους καθηγητές του Λυκείου σε χαλάρωση της βαθμολογίας τους, γιατί ήξεραν ότι αν βαθμολογήσουν αντικειμενικά θα μείνουν οι μισοί μαθητές στην ίδια τάξη. Εδώ τώρα, υπάρχει μια σαθρή νοοτροπία που λέει ότι: Αν μείνουν οι μισοί μαθητές στην ίδια τάξη, αφενός οι καθηγητές θα φανούμε κακοί, αφετέρου θα υπάρξει κίνδυνος να μειωθούν οι οργανικές μας θέσεις, μια και θα φύγουν οι μαθητές, εγκαταλείποντας το Λύκειο. Ειδικά τώρα με την απειλή της διαθεσιμότητας, φαίνεται εκ πρώτης όψεως ότι αυτό οδηγεί σε συρρίκνωση των σχολείων, ελάττωση των ωρών διδασκαλίας, ή απώλεια οργανικών θέσεων.

Είναι σαθρή η παραπάνω νοοτροπία, γιατί εκτός του ότι είναι ωφελιμιστική και δεν συνάδει στο λειτούργημα του εκπαιδευτικού, και για δύο ακόμη λόγους: Ο πρώτος είναι ότι η εκτίμηση πως οι μαθητές θα φύγουν από το σχολείο είναι αστήρικτη και κατά τη γνώμη μου λανθασμένη. Οι μαθητές κατά το πλείστον θα μείνουν στα σχολεία, ίσως καταφεύγοντας αρχικά σ΄ αυτά όπου η χαλάρωση θα τα «βοηθάει» περισσότερο, αυτό, όμως, προσωρινά, μέχρι να καταλάβουν οι γονείς σε ποια σχολεία γίνεται σοβαρή δουλειά, οπότε θα επιστρέψουν μαθητές πιο συνειδητοποιημένοι σ΄ αυτά. Ο δεύτερος λόγος είναι ότι αφαιρεί από τα παιδιά της ηλικίας αυτής τα όρια πράγμα που αποτελεί κάκιστη παιδαγωγική τακτική. Στην ηλικία αυτή (και μάλλον σε κάθε ηλικία) τα όρια είναι απαραίτητα για να προσανατολίσουν τα παιδιά. Η παράβαση των ορίων πρέπει να οδηγεί σε συνέπειες, που θα αποτρέπουν την επανάληψη της παράβασης. Και τα παιδιά, από βρεφική ηλικία ακόμη, είναι τεχνίτες στο να δοκιμάζουν τα όρια που τους επιβάλλονται για να δουν πόσο ελαστικά είναι. Αν μια φορά αφήσεις ελαστικά τα όρια, τότε τα παιδιά το εκμεταλλεύονται στο έπακρο. Αυτός είναι και ο λόγος που πολλοί γονείς δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν πλέον την παραβατικότητα των παιδιών τους. Αυτός είναι και ο λόγος που δεν μπορούμε πλέον να πείσουμε τους μαθητές γιατί πρέπει να προσπαθήσουν ή γιατί πρέπει να μην κάνουν απουσίες. Αφού ξέρουν ότι ο τάδε και ο τάδε πέρασε τη τάξη χωρίς να διαβάσει και ενώ έκανε τόσες απουσίες, τότε πιο θα είναι το κίνητρό τους; Όταν είτε διαβάσουν είτε όχι θα πάρουν υψηλούς βαθμούς που θα τους επιτρέψουν να περάσουν την τάξη, τότε σε τι θα συνίσταται ο «φόβος» που «φυλάει τα έρημα»; Η νοοτροπία διαβρώθηκε τόσο πολύ, που ντύθηκε και με παιδαγωγικό μανδύα: «Μα, εμείς οι εκπαιδευτικοί, πρέπει να είμαστε επιεικείς, δεν είναι παιδαγωγικό να κόψουμε (παρατηρείστε το πρώτο πρόσωπο!) τους μαθητές γιατί έτσι τους ωθούμε να παρατήσουν το σχολείο, τους στέλνουμε στα καφενεία ή στην καλύτερη περίπτωση τους στέλνουμε στα Τεχνικά Λύκεια όπου το επίπεδο είναι τόσο χαμηλό και τα ναρκωτικά δίνουν και παίρνουν». (Το τελευταίο βέβαια είναι ένα άλλο βαθύ πρόβλημα που επιδεινώνει την κατάσταση στην Παιδεία. Τα τεχνικά Λύκεια, που θα έπρεπε να βγάζουν υψηλού επιπέδου καταρτισμένους τεχνικά μαθητές, έχουν γίνει καταφύγιο των μαθητών που πατώνουν στα γενικά Λύκεια).

Αυτή η χαλαρότητα των ορίων, είναι φαινόμενο της αποτελματωμένης κοινωνίας μας και δεν εφαρμόζεται μόνο στα παιδιά μας. Συμβαίνει σε όλες τις πτυχές της ζωής μας στην Ελλάδα, και νομίζω ότι εκεί οφείλονται πολλά από τα δεινά μας. Χαλαρώσαμε τα όρια πρώτα στον εαυτό μας, παραδοθήκαμε στην ευκολία της χαλάρωσης, και στη συνέχεια μέσα σε ένα φαύλο κύκλο, παραδώσαμε τα υπόλοιπα γύρω μας, ακόμη και τα ίδια τα παιδιά μας. Χρειάζεται κόπος να βάλεις όρια, αλλά χρειάζεται περισσότερος πόνος και κόπος για να τα τηρήσεις. Αν όμως ένα μικρό παιδί παρακούσει και παραβεί ένα λογικό και προκαθορισμένο όριο χωρίς να υποστεί την προαναγγελμένη τιμωρία, τότε το όριο αυτό γίνεται ανύπαρκτο για το παιδί και αυτός που το έβαλε χάνει τη σοβαρότητά του και παύει να προκαλεί το σεβασμό. Αυτό συνέβη σε όλη την κοινωνία –κράτος, αυτό συνέβη στην οικογένεια, αυτό συνέβη και στο σχολείο. Έχει  χαθεί ο σεβασμός προς τους θεσμούς και προς τους καθηγητές. Οι ίδιοι οι καθηγητές έχουν χάσει τον αυτοσεβασμό τους, ανεχόμενοι τους μαθητές να συμπεριφέρονται πλέον δίχως όρια.

Πιστεύω ότι αν επανέλθουμε στην τήρηση των ορίων, παρόλο που δεν μας βοηθάει το υπουργείο και το εκπαιδευτικό σύστημα, θα έχουμε θετικά αποτελέσματα. Το είκοσι, να το βάλουμε στους μαθητές που προσπαθούν και ξέρουν όλα όσα προβλέπει η ύλη του μαθήματος. Το δέκα να το πάρουν οι μαθητές που έχουν χαλαρή προσπάθεια και απαντούν σωστά στα μισά θέματα. Το μηδέν να το πάρουν οι μαθητές που παρά τις επανειλημμένες προειδοποιήσεις, δεν προσπαθούν καθόλου, προκαλούν με την αδιαφορία τους και δεν απαντούν σε κανένα από τα θέματα. Ναι, να υπάρχει και μηδέν και δύο και τέσσερα στα προφορικά, και μηδέν στις εξετάσεις. Όποτε βάζουμε τόσο χαμηλό βαθμό σε μαθητή, αντιμετωπίζουμε την κατακραυγή συναδέλφων (ποτέ των γονέων ή των μαθητών που ήξεραν από πολύ νωρίς τι βαθμό θα πάρουν): «Μα είναι δυνατό να βάλεις τέσσερα! Βάλε τουλάχιστον ένα εννέα, ένα δέκα!  Αυτό το παιδί είναι καταδικασμένο να μείνει στάσιμο»…

ΝΑΙ. Αν δεν αλλάξει νοοτροπία στο δεύτερο τετράμηνο, αν δείξει την ίδια αδιαφορία ενώ έχει τις δυνατότητες να προσπαθήσει και ενώ εμείς κάνουμε σωστά το μάθημά μας, τότε ΝΑΙ, να μείνει στάσιμο.

Μα… αυτό πιστεύεις ότι θα διορθώσει τον μαθητή και την επόμενη χρονιά μπορεί να αρχίσει να διαβάζει; Αντιλέγουν κάποιοι συνάδελφοι.

Όχι, μπορεί να μη διορθωθεί ο συγκεκριμένος μαθητής. Θα καταλάβουν όμως οι επερχόμενοι μαθητές ποια θα είναι η τύχη τους αν μιμηθούν την αδιαφορία και την τεμπελιά. Και ΝΑΙ, αυτοί – οι επερχόμενοι –  που θα δουν επιτέλους στάσιμους στο σχολείο τους, θα αλλάξουν και θα προσπαθήσουν περισσότερο.

Μα… δεν βλέπεις τι γίνεται στο τάδε και τάδε Λύκειο που δεν έμεινε κανένας; Εμείς θα γίνουμε οι κακοί;

Γιατί όμως να παρασυρόμαστε από την διαφθορά και να μην γίνουμε εμείς πρότυπο για τα άλλα Λύκεια; Θα χάσουμε, λένε, τους μαθητές μας. Θα χάσουμε τη δουλειά μας. Πόσο όμως ήσυχη θα έχουμε τη συνείδησή μας, αν χάσουμε τη δουλειά μας επειδή είχαμε αξιοπρέπεια;

Δεν είναι άραγε η Αξιοπρέπεια καλή πυξίδα για να χαράξουμε την πορεία μας;

Γρηγόρης Καλόμοιρος, Χημικός